Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ιδιωτικοί εναντίον Δημοσίων υπαλλήλων; Απλά αυτοπυροβολούνται, έχοντας επιλέξει λάθος «εχθρό»!

Γράφει ο Βασίλης Δ. Χασιώτης 

 Σχολιανά 191



Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε για πολλά πράγματα. Ένα απ’ αυτά ήταν η «προνομιούχος» τάξη των δημοσίων υπαλλήλων. «Προνομιούχος» τάξη, βεβαίως, σε σχέση με την πιο παραμελημένη τάξη των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Έχει αυτό κάποια δόση αλήθειας; Η απάντηση είναι........
: βεβαίως και έχει!

Το επόμενο ερώτημα είναι : Είναι αυτή όλη η αλήθεια; Η απάντηση είναι : βεβαίως και δεν είναι!

Τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων, αν θέλει κανείς να τα εντοπίσει θάπρεπε να τα εντοπίσει κυρίως στα μη οικονομικά προνόμια. Όπως για παράδειγμα, η αναμφισβήτητη προστασία των γυναικών στο ζήτημα της μητρότητας και των διευκολύνσεών τους στην εργασία, σε σχέση με τις αντίστοιχες παροχές στις γυναίκες του ιδιωτικού τομέα.

Πολλές φορές η προπαγάνδα, δούλεψε στο ζήτημα των δημοσίων υπαλλήλων πολύ αποτελεσματικά.  Πράγματι για πολλά χρόνια, κατόρθωσε να πείσει τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα ότι οι συνάδελφοί τους στον δημόσιο τομέα, στο ζήτημα των οικονομικών ωφελειών ήταν πολύ πιο ευνοημένοι απ’ αυτούς.

Ερώτημα : ήταν, είναι; Απάντηση : Βεβαίως ήταν, είναι!

Ερώτημα : ήταν, είναι τόσο μεγάλη η διαφορά; Απάντηση : Βεβαίως και όχι τόσο πολύ.

Πώς λοιπόν προέκυπταν οι διαφορές αυτές;

Συνήθως προέκυπταν διότι, όχι σπάνια, η σύγκριση γινόταν μεταξύ ανομοίων δεδομένων. Πιάνανε ένα εκκαθαριστικό μισθοδοσίας ενός διευθυντή ας πούμε μιας δημόσιας υπηρεσίας, που είχε είκοσι πέντε χρόνια υπηρεσίας, και χωρίς άλλη πληροφόρηση, π.χ., τι άλλα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα είχα, τι εύρος και τι κρισιμότητα δραστηριοτήτων, τον συνέκριναν με τις αποδοχές ενδεχομένως ενός απλού ιδιωτικού υπαλλήλου, που δεν ξέρουμε αν ήταν πρωτοπροσληφθείς, τι αρμοδιότητες και υπευθυνότητες είχε, τι άλλα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Προσωπικά, ήσουν να έγινε αλλά στάθηκα εξαιρετικά άτυχος, δεν άκουσα ποτέ να γίνεται σύγκριση αμοιβών ομοειδών ή περίπου ομοειδών στελεχών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Π.χ., ενός Δ/ντή μιας Εφορίας, που έχει την ευθύνη διοίκησης δεκάδων υπαλλήλων, την ευθύνη διαχείρισης υποθέσεων ενδεχομένως και δισεκατομμυρίων ευρώ, την ευθύνη διαχείρισης ενός τεράστιου χαρτοφυλακίου δημοσίων εσόδων, με έναν οικονομικό διευθυντή ή τον προϊστάμενο λογιστηρίου μιας αναλόγου μεγέθους (από άποψη διαχειριζομένων κεφαλαίων και προσωπικού) ιδιωτικής επιχείρησης, ώστε, να βγάλουμε επαρκή συμπεράσματα. Ή, πάλι, να πιάναμε έναν δημόσιο υπάλληλο με υπηρεσία πέντε ετών στο δημόσιο, κάτοχο πτυχίου ανωτάτης σχολής, παντρεμένο και ένα παιδί, και να συγκρίναμε τις αποδοχές του, με έναν ιδιωτικό υπάλληλο, με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά.

Όμως η αλήθεια, αν γινόταν συγκρίσεις «έντιμες» ως οι ανωτέρω, δεν ξέρω κατά πόσο θα θεμελίωναν ισχυρισμούς περί «εξωφρενικών» ή και απλά «τεράστιων» διαφορών, ενώ, στο επίπεδο των διευθυντικών στελεχών, όπως στο παραπάνω παράδειγμα, ίσως και να αποδεικνύονταν ο διευθυντής του Δημοσίου και φτωχός συγγενής του συναδέλφου του, στον ιδιωτικό τομέα. Όταν «στοχοποιούνται» ως «μεγάλοι» μισθοί της τάξης των 2500 ή 3000 ευρώ το μήνα, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και ίσως όχι μόνο στις μεγάλες μα και στις «καλές» μεσαίου μεγέθους, αυτές οι αποδοχές, ίσως να είναι αποδοχές ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων τους, ενώ υπάρχουν αποδοχές διευθυντικών στελεχών στον ιδιωτικό τομέα, που μπορεί να είναι δύο και τρείς φορές πάνω από τον μισθό του πρωθυπουργού. Βεβαίως, στη τελευταία περίπτωση, μπορεί να υποστηρίξει κάποιος : «Και σένα τι σε νοιάζει; Ιδιώτης δεν τα δίνει; Επιβαρύνει πουθενά το Κράτος; Ενώ τον δημόσιο υπάλληλο τον πληρώνω εγώ.» Θα του απαντήσω όμως αυτόν ως εξής : «Μην μου επιτίθεσαι, διότι συμφωνώ μαζί σου, αν και εν μέρει. Το τι δουλειά έχει το Κράτος στις αποδοχές των ιδιωτικών υπαλλήλων, να το πεις αυτό στη Τρόϊκα και τη κυβέρνηση, που βάζει χέρι και στη κατηγορία αυτή. Το ότι τώρα εσύ πληρώνεις τον δημόσιο υπάλληλο, κάνεις λάθος. Τον πληρώνει η εργασία του, ακριβώς όπως κι εσένα, ίσως να μη σε πληρώνει ο ιδιώτης εργοδότης σου, μα οι δουλειές που έχει με το «κακό» Κράτος που του δίνει δουλειές οι οποίες με τη σειρά τους τον επιτρέπουν να σε πληρώνει, ή, μπορεί να πληρώνεσαι, όχι χάρη στα χρήματα του εργοδότη σου, μα χάρη σε «κοινωνικό χρήμα», δηλαδή, χάρη στη τραπεζική χρηματοδότηση που λαμβάνει και η οποία κινεί τη δραστηριότητά του και εξασφαλίζει τα έσοδά του και το δικό σου μισθό». Μένουμε σ’ αυτές τις γενικές αναφορές, διότι δεν είναι ο χώρος για να εκθέσουμε πιο τεχνικά στατιστικά τρυκ, που μπορεί να «θεμελιώνουν» την όποια πολεμική της προπαγάνδας εναντίον των «καλύτερα αμειβόμενων» δημοσίων υπαλλήλων, μια διαφορά αποδοχών δημοσίου – ιδιώτη υπαλλήλου, που κατά μέσο όρο, με στοιχεία του 2009, ανέρχονταν στο «ιλιγγιώδες» ποσό των 250-300 ευρώ μηνιαίως, αν θυμάμαι καλά κάποιες σχετικές μελέτες εκείνης της εποχής, που προέρχονταν, το λέω με κάποια επιφύλαξη, από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, το οποίο διαθέτει καταξιωμένους επιστήμονες. Δεν πάει πολύ να ξεκινήσουμε εμφύλιο πόλεμο για 300 ευρώ;

Πέρα όμως απ’ όλα αυτά, εδώ υπάρχει ακόμα κάτι πιο ουσιαστικό.

Η προπαγάνδα που ανέλαβε τον ρόλο της συκοφάντησης των δημοσίων υπαλλήλων, φυσικά, απέκρυπτε και κάτι άλλο, ούσα βεβαία ότι ο πολύς κόσμος, συνήθως δεν κάνει τον κόπο να αξιολογεί όχι μονάχα λεπτομέρειες, που όμως δεν είναι λεπτομέρειες, μα ούτε και χοντράδες, που όμως δεν είναι χοντράδες.

Ποιο ήταν και είναι όμως, ο στόχος της προπαγάνδας στη κριτική της εναντίον των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων;

Ήταν και είναι τούτος : Εσύ ιδιωτικέ υπάλληλε, μην αγωνίζεσαι να φτάσεις τις ανώτερες αποδοχές του δημοσίου υπαλλήλου, μα πάλεψε να μειωθούν οι ανώτερες αποδοχές στο δικό σου επίπεδο. Δηλαδή, η εξίσωση προς τα κάτω! Μπορεί να «πιάσει» μια τέτοια προπαγάνδα; Η απάντηση είναι προφανής : Μα αυτό δεν συμβαίνει σήμερα, αυτό δεν συνέβαινε πάντα; Και σήμερα αυτό ακριβώς επιτεύχθη!

Φτάσαμε σε τέτοιο σημείο παραλογισμού, ώστε τα αιτήματα στην ουσία των ιδιωτικών υπαλλήλων να μην είναι αιτήματα σύγκλισης προς τα πάνω των αποδοχών τους προς άλλα ανώτερα εισοδήματα μισθωτών, μα αιτήματα σύγκλισης προς τα κάτω των καλύτερων από τα δικά τους εισοδημάτων, αγνοώντας, ότι όχι μόνο δεν ζουν σε μια εξισωτική κοινωνία και οικονομία, μα αντίθετα, ζουν σ’ ένα ιδεολογικοπολιτικό σύστημα που όλη του η φιλοσοφία εδράζεται στην ανισότητα των αμοιβών ως κινητηρίου δυνάμεως της ίδιας της προόδου, και φυσικά, δεν είμαι εγώ που θα ισχυρισθώ ότι μπορώ να ευαγγελιστώ ένα σύστημα πλήρως και κατά τρόπο δίκαιο εξισωτικό, αφού, ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι από πλευράς μου ούτε αποδεκτό, μα ούτε και δίκαιο εν τέλει, στον ίδιο βαθμό, που είναι απορριπτέα και η ασυδοσία αυτού του συστήματος όπως και ο στόχος του για ισοπέδωση του κοινωνικού κράτους.

Τι σημαίνουν οι αμέσως παραπάνω επισημάνσεις;

Σημαίνει ότι άπαξ και εγκαθιδρυθεί επιτυχώς η ανάλογη νοοτροπία των εξισωτικών τάσεων προς τα κάτω, κι ακριβώς επειδή δεν ζούμε σε μια εξισωτική οικονομία, αν οι ανώτεροι μισθοί θα εξισώνονταν με τους κατώτερους, τότε με αρχή τη νέα «βάση», θα διαμορφώνονταν νέες διαφοροποιήσεις, και οι νέοι «υψηλοί» μισθοί στο κατώτερο αυτό επίπεδο, θα έτειναν σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα. Αυτή η φιλοσοφία της εξίσωσης προς τα κάτω, εν τούτοις, δεν εντοπίστηκε μονάχα στις διαφοροποιήσεις μισθών του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, μα και εντός των ίδιων των διακεκριμένων αυτών τομέων, κάτι που το βλέπουμε πιο έντονα σήμερα. Έτσι π.χ., σήμερα η πρώην «καταπιεσμένη» τάξη που εκπροσωπούνταν με τον κατώτερο μισθό των 700 ευρώ, σήμερα φαντάζει «προνομιούχος» σε σχέση με τους νεόπτωχους των 500 ευρώ, απόδειξη του πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί αυτή η στρατηγική της σταδιακής εξίσωσης προς τα κάτω. Στην αρχή η σύγκριση γίνεται με μια στοχευμένη επαγγελματική τάξη που προηγούμενα βομβαρδίστηκε δεόντως με τη δέουσα ποσότητα λάσπης, κι ακολούθως γενικεύεται προς κάθε κατεύθυνση.

Βεβαίως, εδώ, στη διένεξη δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, στο θέμα των αποδοχών, οι υπάλληλοι του ιδιωτικού τομέα είχαν σύμμαχό τους και τους εργοδότες τους, οι οποίοι σιγοντάριζαν τη δυσαρέσκεια των υπαλλήλων τους έναντι των προνομίων και των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων, όχι βεβαίως διότι επιθυμούσαν οι υπάλληλοί τους να αμείβονται με μεγαλύτερες αποδοχές, κάτι βεβαίως που κανείς δεν τους απαγόρευε να το κάνουν, αλλά δεν το έκαναν. Όμως, η «επιτυχία» τους, να μειωθούν δραματικά με πρόφαση τη τελευταία κρίση, οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων,  τόσο οι επιχειρηματίες όσο και οι υπάλληλοί τους, διαπίστωσαν κατά τον πλέον δραματικό τρόπο, πόσο καταστρεπτική ήταν η άποψή τους αυτή, για τα ίδια τους τα συμφέροντα, αφού αυτές οι μειώσεις, μεταφράστηκαν σε βαθειά ύφεση, που με τη σειρά της έβαλε λουκέτα σε μαγαζιά, και οδήγησε σε ανεργία ιδιώτες υπαλλήλους, αν και σ’ αυτό, συνέβαλαν οπωσδήποτε και άλλοι παράγοντες, όμως, κι αυτός ήταν σημαντικός. Κατά παράδοξο τρόπο, τουλάχιστον οι επιχειρηματίες, αποδείχτηκαν μύωπες στον προσδιορισμό του ιδίου αυτού συμφέροντος.

Το ερώτημα μπορεί να τεθεί από τη πλευρά των ιδιωτικών υπαλλήλων : «γιατί να είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι οι καλύτερα αμειβόμενοι και όχι εμείς»; Το ερώτημα καλώς τίθεται από πλευράς τους. Και θα ήταν παράλογο να μην τίθονταν. Όμως το ζήτημα δεν είναι να θέτεις μόνο ερωτήματα. Είναι να θέτεις και στόχους και να ξέρεις πώς να τους υποστηρίξεις. Αυτό ακριβώς είναι που εδώ υπογραμμίζω. Να υπενθυμίσω μονάχα κάτι, που οι νεότερες γενιές δεν το έζησαν, το ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι. Ότι δηλαδή, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρχαν εποχές, όπου για δεκαετίες, εικοσαετίες, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, υπολείπονταν σημαντικά εκείνων του ιδιωτικού τομέα. Το «παίρνει τρεις κι εξήντα» βγήκε με βάση τις αποδοχές των τότε δημοσίων υπαλλήλων, και ακόμα, θυμάμαι, ότι μια οικογένεια, εκείνες τις εποχές, που ήθελε να κάνει η κόρη τους ένα «πετυχημένο» οικονομικά γάμο, η τελευταία επιλογή ήταν ο γάμος με δημόσιο υπάλληλο, ενώ ένας ιδιώτης υπάλληλος, μπορούσε να υποσχεθεί περισσότερα από τον συνάδελφό του στη δημόσιο. Τότε, ο διορισμός στο δημόσιο τομέα, ήταν περίπου και μια ατυχής κατάληξη, αν είχαν ήδη κλείσει όλες οι εναλλακτικές δυνατότητες για τον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα θυμάμαι εποχές, όπου οι προκηρύξεις για διορισμό στο Δημόσιο, υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι υποψήφιοι ήταν λιγότεροι από τις θέσεις που προκηρύσσονταν.

Τα πράγματα όπως πηγαίνουν, φαίνεται να κινούνται σ’ ένα κύκλο, με την επαναφορά των παλιών εκείνων συσχετισμών, και προσωπικά πιστεύω ότι αυτό θα γίνει, όπως επίσης πιστεύω ότι ο κύκλος αυτός θα επαναληφθεί στη πορεία ανατρέποντας μετά δεκαετίες ίσως, εκ νέου τους νεοδημιουργούμενους συσχετισμούς, παρόλο που αυτό, έχει να κάνει και με τον άλλο κύκλο, δηλαδή, της ανόδου και παρακμής πολιτικών ιδεολογιών που κυριαρχούν τη κάθε φορά στο πολιτικό σύστημα διεθνώς και τοπικά.

Την ίδια στιγμή, τα δάκρυα που χύνονται για τους αδικημένους ιδιωτικούς υπαλλήλους, δεν είναι όλα γνήσια, είναι κροκοδείλια. Ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα ο οποίος εύχεται να απολυθεί ο συνάδελφός του στο δημόσιο τομέα, εκείνη τη στιγμή, φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ότι συνηγορεί υπέρ και της δημιουργίας προϋποθέσεων για τη δική του μελλοντική ανεργία, και αναρωτιέμαι αν ο φανατισμός ή η εμπάθεια του είναι τόση ώστε να εύχεται να βρεθεί κι αυτός στην ανεργία, αρκεί να βρεθεί στην ανεργία και ο συνάδελφός του στον ιδιωτικό τομέα. Και σε ό,τι αφορά τους «συμμάχους» των ιδιωτικών υπαλλήλων στη «διαμάχη» τους εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι κύρια προέρχονται από τον επιχειρηματικό κόσμο και από όσους φανατικά τάσσονται αλληλέγγυοι με τον νεοφιλελευθερισμό και το Μνημόνιο εδώ στη χώρα μας, εδώ, η δική μου εκτίμηση των πραγμάτων, είναι πως θα με εξέπληττε αν σε κάθε εκατό περιπτώσεις, διαπιστώνονταν άνω της μιας γνήσιας συνηγορίας των διεκδικήσεων των ιδιωτικών υπαλλήλων. Για να το πω όμως όσο πιο απλά γίνεται, όποιος στις σημερινές συνθήκες ιδίως, αλλά και όχι σήμερα μα πάντα, όποιος υποστηρίζει συνειδητά, την οποιαδήποτε πολιτική που προπαγανδίζει την απόλυση οποιουδήποτε εργαζόμενου, σε οποιοδήποτε τομέα της οικονομίας, τότε στη δική μου συνείδηση αυτός ο άνθρωπος, πολιτογραφείται ως κάποιος ο οποίος έχει ίδιον συμφέρον οικονομικό ή πολιτικό από αυτή τη πολιτική. Και φυσικά, θάλεγα, ότι υπήρξαν περίοδοι πολύ καλές για τις δουλειές και τα κέρδη πολλών επιχειρηματιών, που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν πολύ πιο άνετα δίκαιες διεκδικήσεις των υπαλλήλων τους, πράγμα όμως που δεν έκαναν όλοι. Δεν νοείται Έλληνας τούτη τη στιγμή, να υποστηρίζει απολύσεις στο Δημόσιο τομέα, διότι την ίδια στιγμή, υποστηρίζει σιωπηρά πλην σαφώς και ακόμα μεγαλύτερες απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα. Η αλληλεγγύη τούτες τις δύσκολες στιγμές, πρέπει να υπερβεί τις όποιες «εσωτερικές» μας διαμάχες. Αυτό είναι ένα πατριωτικό αίτημα. Δεν μπορούμε να μεμφόμαστε την Ευρώπη για έλλειμμα αλληλεγγύης και την ίδια στιγμή εδώ η μια τάξη να κανιβαλίζει σε βάρος της άλλης. Κάποιος παίρνει 200, 300 ευρώ παραπάνω από τον άλλο, και πάει αυτό είναι : είμαστε έτοιμοι για εμφύλιο πόλεμο. Δεν είναι δυνατό με τη χώρα υπό ξένη Κατοχή, αντί όλοι να ενωθούμε εναντίον της Κατοχής, να έχουμε μεταβληθεί σε μονομάχους που ο καθένας μοναχικά ξιφομαχεί εναντίον του άλλου, ελπίζοντας ότι μ’ αυτό τον ατομικό αγώνα θα αντιμετωπίσουν και νικήσουν τον ξένο Κατακτητή. Και το πιο ανησυχητικό απ’ όλα δεν είναι ότι κάποιοι ζητούν «αίμα», μα θέλουν και να το «γευτούν». Και όταν αυτό το ζητά ο ξένος Κατακτητής, αυτό το καταλαβαίνω. Το να το ζητούν όμως και Έλληνες, αυτή η αλληλεγγύη προς τον ξένο Κατακτητή είναι τραγικό.

Όμως, τόσο η τάξη των δημοσίων υπαλλήλων όσο και αυτή των ιδιωτικών υπαλλήλων, πρέπει να ξέρουν ότι μακροπρόθεσμα έχουν τα ίδια συμφέροντα : ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, πρέπει να γίνεται στη λογική της προς τα πάνω σύγκλισης, και όχι να παίζουν το παιχνίδι της ολέθριας προς τα κάτω σύγκλισης.

Όλα τα παραπάνω, και μ’ αυτό κλείνω, δεν έχουν καμία σχέση με το ζήτημα του μεγάλου ή μικρού κράτους, των πολλών ή λίγων δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό είναι ένα σοβαρό ζήτημα, αλλά άλλης τάξεως ζήτημα. Και επειδή δεν θέλω να υπεκφεύγω, δεν έχω καμία δυσκολία να πω ότι θα ήμουν αυτός που θα επικροτούσε την εικόνα μιας δημοσίας υπηρεσίας, στην οποία υπάρχουν πέντε γραφεία με πέντε υπαλλήλους να κάθονται και μ’ άλλους πέντε όρθιους επειδή δεν έχουν γραφεία να κάθονται, ή να έχουν γραφεία μεν αλλά χωρίς αντικείμενο δουλειάς. Και για να το πω πιο ωμά : Αν θέλει κανείς να δει τι έγινε στο ελληνικό Δημόσιο από πλευράς διόγκωσης του μεγέθους του σε συνδυασμό  με την επιδείνωση της αναποτελεσματικότητάς του στο επίπεδο της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών και κυρίως της σπατάλης και της διαφθοράς, περισσότερο κι απ’ το κόστος του, θέλει δε θέλει θα σταθεί ιδιαίτερα στο 1981, και από εκεί και πέρα να κάνει τις όποιες συγκρίσεις θέλει. Κυρίως όμως, από το 1981 επέρχεται στο Δημόσιο τομέα, κάτι που στη συνέχεια επεκτάθηκε σε όλη την οικονομία και κοινωνία και που είχε να κάνει με τη καταστροφή της εργασιακής κουλτούρας αλλά και της επιχειρηματικής, και που είχε στο πυρήνα της την αρχή της επίτευξης του μεγαλύτερου οφέλους με την μικρότερη προσπάθεια, και το χειρότερο, η αρχή αυτή αποηθικοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Αυτή όμως η κουλτούρα δεν επιβλήθηκε από κανένα εργαζόμενο, αλλά επιβλήθηκε βίαια από τα πάνω προς τα κάτω, σαν όρος του παιχνιδιού, και εφόσον δεν ήθελες να βρεθείς εκτός παιχνιδιού, με ό,τι αυτό σήμαινε, έπρεπε να αποδεχτείς το παιχνίδι. Το πόσο έχει κυνηγηθεί η ικανότητα στο Δημόσιο, στα πλαίσια αυτής της κουλτούρας, είναι πια τόσο εμπεδωμένο στη συνείδηση της κοινωνίας, ώστε όταν κάποιος λέει τη λέξη «μετριοκρατία», πιθανότατα ο νους του να μη πάει αλλού, παρά στο τομέα αυτό. Δεν υπήρχε κανείς λόγος διεύρυνσης του δημοσίου τομέα στο μετέπειτα μέγεθός του, βεβαίως όμως και έπρεπε να αυξηθεί σε κάποιο βαθμό και κυρίως να εκσυγχρονισθεί, όμως, όλα αυτά, δε τίποτα δεν αναιρούν όσα υποστήριξα στο παρόν άρθρο.

Και ούτε μπορούμε να παραβλέψουμε, ότι συχνά ο εργασιακός χώρος στο Δημόσιο μεταβαλλόταν σε πεδίο διωγμών υπαλλήλων με καθαρά κομματικά κριτήρια, υπαλλήλων ενίοτε που δεν είχαν τίποτα άλλο εις βάρος τους, πέρα από την γνωστή τους κομματική ταυτότητα, έστω κι αν δεν είχαν ιδιαίτερη κομματική ή πολιτική δράση. Το Δημόσιο όντως λειτουργούσε παραδοσιακά ως το φέουδο του κυβερνώντος κόμματος, και σήμερα, δεν είναι βέβαιο αν λειτουργεί πολύ διαφορετικά. Όμως, θα ήταν άδικο και ανιστόρητο αν αυτό χρεώνονταν στους δημόσιους υπαλλήλους, διότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, κι αυτοί υπήρξαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θύματα αυτών των κομματικών διώξεων και εκκαθαρίσεων, που δεν συνέβαιναν κατ’ ανάγκη με την αλλαγή του κυβερνώντος κόμματος στην εξουσία, αλλά και στα πλαίσια των ενδοκομματικών συγκρούσεων του ιδίου κόμματος που βρίσκονταν στην εξουσία. Ικανότατοι υπάλληλοι ένθεν κακείθεν διώχτηκαν και περιθωριοποιήθηκαν στα πλαίσια αυτών των διώξεων. Η πλειοψηφία των απλών εργαζομένων, ούτε επιθυμούσαν αυτό το καθεστώς της κομματοκρατίας ούτε και το υποστήριζαν, διότι έβλεπαν ότι ήταν κάτι εναντίον και των δικών τους συμφερόντων. Τα ίδια τα κόμματα αλλά και οι ίδιες οι κομματικά διορισμένες ή προωθημένες κομματικές ηγεσίες στις υπηρεσίες και τους οργανισμούς, υπέθαλπαν αυτές τις δραστηριότητες, αν δεν λάμβαναν και οι ίδιες μέρος, και είναι αυτό η πλέον αποκρουστική εικόνα. Η ανικανότητα και η διαφθορά, δεν «αυγάτισαν» έτσι, ως έτυχε. Μάλιστα, το φαινόμενο της δημιουργίας «υπερκομματικών» ομάδων («παρέες») που αλληλοϋποστηρίζονταν, ομάδων  που απαρτίζονταν από πρόσωπα και των δύο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας, θάλεγα ότι δεν θα εξέπληττε αν κάποιος με διαβεβαίωνε για την ύπαρξή τους σε κάθε δημόσια υπηρεσία ή οργανισμό. Πόσες και πόσες καταγγελίες όλες αυτές τις δεκαετίες δεν ακούγαμε και διαβάζαμε πάνω σ’ αυτά τα θέματα;

Κι αν αναφερόμαστε στο δημόσιο τομέα, εν τούτοις, μη βιαστείτε να στοιχηματίσετε ότι τέτοιοι συσχετισμοί δυνάμεων εντός του εργατικού δυναμικού και ιδίως του ανώτερου στελεχιακού δυναμικού, είναι άγνωστοι στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως στο κόσμο των μεγάλων επιχειρήσεων : μη βιαστείτε να στοιχηματίσετε περί του αντιθέτου, διότι θα χάσετε. Απλά, εκεί δεν πέφτει ποτέ το φως της δημοσιότητας, εκτός από ακραίες περιπτώσεις.
 

Το kafeneio-gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις τους μέσα από την ιστοσελίδα μας. Παρακαλούμε όμως τα κείμενα να μην είναι υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους, να γράφονται στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα (όχι greeklish), να είναι κατανοητά και τέλος να είναι κατά το δυνατόν σύντομα. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.